Συνεντεύξεις

«Η κυβέρνηση Τσίπρα και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν, εδώ και 4 σχεδόν χρόνια, ένα ανθεκτικό, αριστερό, προοδευτικό πείραμα κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα στην Ευρώπη, παρά τα λάθη και τους αναγκαστικούς και επώδυνους συμβιβασμούς»

Συνέντευξη του Δ. Παπαδημούλη στην εφημερίδα «Εποχή»

Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα «Εποχή» παραχώρησε ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, αναφορικά με τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, τις εξελίξεις στην Ιταλία και τις διαπραγματεύσεις για το Brexit, την άνοδο της ακροδεξιάς, την «Προοδευτική Συμμαχία» στο Ευρωκοινοβούλιο, τη μεταμνημονιακή περίοδο και τα επόμενα βήματα της ελληνικής κυβέρνησης.

Για τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε ότι «η μεγάλη πτώση των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών και η άνοδος της ακροδεξιάς στις πρόσφατες εκλογές σε Βαυαρία και Έσση δημιουργούν ισχυρούς τριγμούς στην κυβερνητική συνεργασία, με πιο θεαματική την ανακοίνωση της Μέρκελ ότι αποχωρεί από την ηγεσία του CDU», προσθέτοντας πως «η απόφαση της Γερμανίδας Καγκελαρίου επηρεάζει και τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, καθώς θα κάνει ακόμα πιο διστακτική και αναβλητική τη γερμανική κυβέρνηση, στα μέτρα που απαιτούνται για την προώθηση και την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης».

Για τη σύγκρουση Βρυξελλών-Ρώμης για τον ιταλικό προϋπολογισμό και τις δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις για το Brexit, o Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε ότι «είναι συμπτώματα μιας δογματικής εμμονής της ευρωπαϊκής ελίτ σε λανθασμένες επιλογές και σε ένα νεοφιλελεύθερο δόγμα στην άσκηση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, που τροφοδοτεί τη διαρκή όξυνση των ανισοτήτων, οδηγώντας παράλληλα και σε ενίσχυση της ακροδεξιάς».

Για την άνοδο της ακροδεξιάς, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε ότι «συγκυβερνά ήδη σε αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ, αποτελώντας ένα ανερχόμενο πολιτικό ρεύμα, διαβρώνοντας την παραδοσιακή Χριστιανοδημοκρατία, οδηγώντας το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στην ‘ορμπανοποίηση’», ενώ πρόσθεσε ότι «δεν καταγράφει εκλογική άνοδο μόνο στην την Ευρώπη, αλλά και παγκόσμια, με τον Τραμπ στις ΗΠΑ, τον Μπολσονάρο στην Βραζιλία και τον πρόεδρο των Φιλιππίνων Ντουτέρτε».

Για τη συσπείρωση των προοδευτικών δυνάμεων στο πλαίσιο της «Προοδευτικής Συμμαχίας», ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε πως «είναι μονόδρομος, αλλά πρέπει να κάνουμε περισσότερα και κυρίως να τα γειώσουμε με την κοινωνία», ενώ για την Ευρωπαϊκή Αριστερά δήλωσε πως «πρέπει να ξεπεράσουμε λογικές εσωτερικών διαιρέσεων, καθαρότητας ή ηγεμονισμού, λογικές σεχταρισμού ή παραδοσιακής προσκόλλησης σε παλαιά δόγματα ή και λαϊκίστικου αρχηγισμού, που πολλές φορές αποκλίνουν και από παραδοσιακές αξίες της Αριστεράς, όπως για παράδειγμα η ρητορική του Μελανσόν και της Σάρα Βάγκενκνεχτ για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό».

Για τη μεταμνημονιακή περίοδο, τέλος, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σημείωσε πως «τους επόμενους μήνες μπορούν να καρποφορήσουν, να περάσουν στην κοινωνία και να φτάσουν μέχρι την καθημερινή ζωή των πολιτών, πολλά θετικά πράγματα, όπως ο πρώτος μεταμνημονιακός προϋπολογισμός της χώρας, χωρίς να χρειαστεί η πρόσθετη περικοπή των συντάξεων, τα θετικά μέτρα που εξήγγειλε ο Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη και δημιουργούν ανάσες ανακούφισης, η συνταγματική αναθεώρηση, η κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, η έξοδος το 2019 στις αγορές δανεισμού, έτσι ώστε να ενισχύσουμε μια δυναμική περαιτέρω μείωσης της ανεργίας και ανάκαμψης της οικονομίας με υγιή δημόσια οικονομικά».

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

Τα εκλογικά αποτελέσματα στην Έσση προκαλούν τριγμούς στην κυβέρνηση της Γερμανίας, αλλά και στο CDU, αφού ήδη η Μέρκελ ανακοίνωσε την αποχώρησή της από την ηγεσία του κόμματος. Από την άλλη, καταγράφεται άνοδος των Πρασίνων και σχετική άνοδος της Αριστεράς. Πώς σχολιάζεις αυτές τις εξελίξεις;

Η μεγάλη πτώση των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών δημιουργεί ισχυρούς τριγμούς στην κυβερνητική συνεργασία, με πιο θεαματική την ανακοίνωση της Μέρκελ ότι αποχωρεί από την ηγεσία του CDU και παραμένει καγκελάριος μέχρι το τέλος της θητείας της το 2021. Στους μεγάλους κερδισμένους είναι οι Πράσινοι, το οποίο είναι πολύ θετικό, αλλά και η ακροδεξιά AfD, το οποίο είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, γιατί συνδέεται με ένα γενικότερο ρεύμα ανόδου της ακροδεξιάς. Ένα μεγάλο ερώτημα είναι αν η Μέρκελ θα παραμείνει, όπως η ίδια ισχυρίζεται, μέχρι το τέλος της θητείας της ή αν θα έχουμε και γρηγορότερα πολιτικές εξελίξεις. Είναι δύσκολο κανείς να κάνει πρόβλεψη. Εξαρτάται και από το ποιος ή ποια θα την διαδεχθεί. Αν είναι η Καρενμπάουερ, που ονομάζεται και «μικρή Μέρκελ», τότε τα πράγματα θα είναι ευκολότερα για τη συνέχιση της θητείας της Μέρκελ ως καγκελαρίου. Αν είναι κάποιος από αυτούς που την αμφισβητούν εκ δεξιών, και υπάρχουν αρκετοί, τότε αυτό θα επιταχύνει τις εξελίξεις και στην Γερμανία.

Οι αναταράξεις στο πολιτικό σύστημα της Γερμανίας επηρεάζουν και ολόκληρη την Ευρώπη;

Η απόφαση της Μέρκελ επηρεάζει και τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, καθώς θα κάνει ακόμα πιο διστακτική και αναβλητική τη γερμανική κυβέρνηση, στα μέτρα που απαιτούνται για την προώθηση και την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ήδη ο Μακρόν, με τη γρήγορη και μεγάλη του φθορά έχει ψαλιδίσει κάποιες αρχικές και φιλόδοξες προτάσεις του για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το αδυνάτισμα και των δύο πόλων στο γαλλογερμανικό άξονα, μαζί με την άνοδο της ακροδεξιάς, δεν προοιωνίζει θετικότερες εξελίξεις.

Η συγκυρία είναι δύσκολη για την Ευρώπη. Προετοιμάζεται το Brexit, ενώ η οικονομία της Ιταλίας είναι υπό κατάρρευση. Πόσο επικίνδυνες είναι αυτές οι εξελίξεις για τη συνοχή της Ε.Ε.;

Όσα περιγράφεις είναι συμπτώματα μιας δογματικής εμμονής της ευρωπαϊκής ελίτ σε λανθασμένες επιλογές. Η μακρόχρονη εμμονή της ευρωπαϊκής ηγεσίας σε ένα νεοφιλελεύθερο δόγμα στην άσκηση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής τροφοδοτεί τη διαρκή όξυνση των ανισοτήτων, μαζί με τον φόβο και την ανασφάλεια που συστηματικά καλλιεργεί η άκρα δεξιά σε ευρύτατα λαϊκά στρώματα, αξιοποιώντας τρομοκρατικά φαινόμενα, το προσφυγικό και τις μεταναστευτικές ροές.

Η ακροδεξιά καταγράφει μια επικίνδυνη δυναμική ανόδου, η οποία πια αποτυπώνεται και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, σε επίπεδο κυβέρνησης. Πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτό το ρεύμα;

Η ακροδεξιά συγκυβερνά ήδη σε αρκετά κράτη μέλη της Ε.Ε., αποτελώντας έτσι ένα ανερχόμενο πολιτικό ρεύμα. Πέραν των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ανέφερα, τη δυναμική ανόδου της ακροδεξιάς έχουν τροφοδοτήσει η διάβρωση της παραδοσιακής Χριστιανοδημοκρατίας από ακροδεξιές ιδέες, η «ορμπανοποίηση» δηλαδή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Σε αυτό συμβάλλει επίσης και η «πασοκοποίηση» της σοσιαλδημοκρατίας, κυρίως σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία), ύστερα από την προσχώρησή της σε νεοφιλελεύθερες επιλογές ή και τη συγκυβέρνηση με τη δεξιά. Δυστυχώς, η ακροδεξιά καταγράφει εκλογική άνοδο σε όλη την Ευρώπη, αλλά και παγκόσμια, αν σκεφτούμε τον Τραμπ στις ΗΠΑ, τον Μπολσονάρο στην Βραζιλία και τον πρόεδρο των Φιλιππίνων Ντουτέρτε. Οι άνεμοι που φυσούν στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο επιβάλλουν στην Αριστερά και ιδιαίτερα στη δική μας, ριζοσπαστική, δημοκρατική αριστερά να πάρει εντονότερες πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση της ευρύτερης προοδευτικής συμμαχίας στα κοινωνικά θέματα, όπως και στα θέματα του περιβάλλοντος και της διαφάνειας, αλλά και ακόμα ευρύτερης συμμαχίας με αντιφασιστικά χαρακτηριστικά εκεί που διακυβεύονται η ίδια η δημοκρατία και στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Προς αυτή την κατεύθυνση έχει διαμορφωθεί η Προοδευτική Συμμαχία, με τη συστράτευση δυνάμεων από τη Σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά και τους Πράσινους. Αποδίδει αυτή η στρατηγική;

Η στρατηγική αυτή είναι μονόδρομος. Όπου την προχωράμε με επιτυχία αποδίδει καρπούς. Αλλά πρέπει να κάνουμε περισσότερα και κυρίως να τα γειώσουμε με την κοινωνία. Για παράδειγμα, την προηγούμενη βδομάδα, η συντριπτική πλειοψηφία του ευρωκοινοβουλίου υιοθέτησε ένα ψήφισμα κατά της ανερχόμενης ακροδεξιάς. Αναγκάστηκε να το ψηφίσει και η μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Το ψήφισμα εμπεριέχει ριζοσπαστικές προτάσεις, όπως το αίτημα να τεθούν εκτός νόμου νεοφασιστικές ομάδες. Έχει ειδικές αναφορές στην Ελλάδα για τη συνεχιζόμενη δίκη των νεοναζί της Χρυσής Αυγής ή για τη δολοφονική, κανιβαλική βαρβαρότητα σε βάρος του Ζακ Κωστόπουλου. Αυτό σημαίνει ότι όταν οι αριστερές προοδευτικές δυνάμεις δρουν συντονισμένα γύρω από ένα θέμα κοινωνικής αιχμής και επικαιρότητας μπορούν να πετυχαίνουν ευρύτερους στόχους. Από την άλλη, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, αν αυτό περιοριστεί μόνο μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε γύρω από θετικές διεκδικήσεις και κυρίως ένα νέο σχέδιο για μια δημοκρατική κοινωνική Ευρώπη, μακριά από τα δηλητήρια του νεοφιλελευθερισμού και του νεοφασισμού να διαμορφώσουμε μια πλατιά συμμαχία που θα συνεγείρει ένα νέο κοινωνικό κίνημα. Και για να το πετύχουμε θέλει ακόμη πολλή δουλειά.

 

Ενώ η συγκυρία επιβάλλει ενότητα, στο Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς υπήρξαν αποχωρήσεις, ύστερα από την αποτυχημένη προσπάθεια αποπομπής του ΣΥΡΙΖΑ.

Πρέπει να ξεπεράσουμε λογικές εσωτερικών διαιρέσεων, καθαρότητας ή ηγεμονισμού. Κακά τα ψέματα. Μέσα στη σοσιαλδημοκρατία συνεχίζει, παρά τη ραγδαία της φθορά, να υπάρχει μια ισχυρή, συντηρητική πτέρυγα, που προτιμά να τα βρίσκει με τη δεξιά, παρά την αριστερά. Μέσα στους Πράσινους, μετά και τις τελευταίες τους επιτυχίες, υπάρχει μια λογική «αυτάρκειας» και μέσα στην Αριστερά υπάρχουν έντονες εσωτερικές αντιθέσεις, ανάμεσα σε αυτό που θα έλεγα τη γραμμή μιας ριζοσπαστικής φιλοευρωπαϊκής αριστεράς, ικανής να συγκροτεί ευρύτερες συμμαχίες, και μια λογική σεχταρισμού ή παραδοσιακής προσκόλλησης σε παλαιά δόγματα ή και λαϊκίστικου αρχηγισμού, που πολλές φορές αποκλίνει και από παραδοσιακές αξίες της Αριστεράς. Με έκπληξη βλέπω ηγέτες όπως ο Μελανσόν και η Σάρα Βάγκενκνεχτ, που κατά τα άλλα θέλουν να αυτοπροβάλλονται ως πιο αριστεροί από όλους εμάς τους υπόλοιπους, να υιοθετούν απαράδεκτες -για έναν Αριστερό- θέσεις για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό. Οι κορώνες για σκληρά σύνορα και αντιμετώπιση ακόμα και με απελάσεις των προσφύγων, για να μην θιγούν τα συμφέροντα των Γάλλων ή των Γερμανών εργατών, είναι αδιανόητο να ακούγεται από τα χείλη ενός Αριστερού. Είναι σαν να προσπαθεί ένα λιοντάρι να ισχυριστεί ότι είναι φυτοφάγο.

Σε αυτή την Ευρώπη, η Αριστερά μπορεί να φέρει την ανατροπή όταν βρίσκεται στην εξουσία;

Η κυβέρνηση Τσίπρα και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν, εδώ και 4 σχεδόν χρόνια, ένα ανθεκτικό, αριστερό, προοδευτικό πείραμα κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα στην Ευρώπη, παρά τα λάθη και τους αναγκαστικούς και επώδυνους συμβιβασμούς. Πλέον, σε αυτή τη μάχη δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε και την κυβέρνηση Κόστα, με στήριξη του αριστερού Μπλόκου Πορτογαλίας και του Κομμουνιστικού κόμματος, όπως και αυτή τη θετική και πολυσήμαντη συμφωνία των Ισπανών Σοσιαλιστών με τους Ποδέμος για τον προϋπολογισμό του 2019, και τον Κόρμπιν και την προοδευτική στροφή των Βρετανών εργατικών. Και σε αυτά τα θέματα οι πρωτοβουλίες που έχουμε πάρει είναι ενδιαφέρουσες, αλλά δεν είναι αρκετές. Πρέπει να ανεβάσουμε ταχύτητα το επόμενο διάστημα. Η ιστορία μας διδάσκει ότι οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις δεν πρέπει να επαναλάβουν τα λάθη που έκαναν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί μας πρόγονοι τη δεκαετία του ’30.

Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο στην Ελλάδα, τώρα που δεν βρίσκεται κάτω από την ασφυκτική μέγγενη των μνημονιακών δεσμεύσεων. Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να αφήσει ένα άλλο αποτύπωμα;

Τους επόμενους μήνες μπορούν να καρποφορήσουν και να περάσουν στην κοινωνία και να φτάσουν μέχρι την καθημερινή ζωή των πολιτών, πολλά θετικά πράγματα. Τις επόμενες εβδομάδες θα ψηφίσουμε τον πρώτο μεταμνημονιακό προϋπολογισμό της χώρας, χωρίς να χρειαστεί η πρόσθετη περικοπή των συντάξεων. Θα ψηφίσουμε ένα ένα και με ονομαστικές ψηφοφορίες όλα τα θετικά μέτρα που εξήγγειλε ο Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη και δημιουργούν ανάσες ανακούφισης, είτε με κοινωνικές παροχές, είτε με στοχευμένες φοροελαφρύνσεις σε αρκετά εκατομμύρια πολιτών. Θα προχωρήσουμε στην συνταγματική αναθεώρηση. Θα κυρώσουμε την συμφωνία των Πρεσπών. Θα βγούμε μέσα στο 2019, με ασφάλεια, στις αγορές δανεισμού, έτσι ώστε να ενισχύσουμε μια δυναμική περαιτέρω μείωσης της ανεργίας και ανάκαμψης της οικονομίας με υγιή δημόσια οικονομικά. Με άλλα λόγια, η τέταρτη χρονιά της θητείας αυτής της κυβέρνησης είναι η πρώτη που θα έχει περισσότερα καλά νέα από όλες τις προηγούμενες και ο χρόνος θα βοηθήσει έτσι ώστε αρκετά από αυτά να φτάσουν από τους οικονομικούς δείκτες στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.

Έτσι εξηγείται και ο πανικός και η νευρικότητα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και ενός ακόμα τμήματος της αντιπολίτευσης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει και εμείς να λειτουργήσουμε με τη μέγιστη δυνατή συνοχή και υπευθυνότητα. Το χρωστάμε στους πολίτες που μας ψήφισαν και τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 2015. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να ολοκληρώσουμε και την τελευταία ώρα της συνταγματικής μας θητείας το φθινόπωρο του 2019. Όσο πιο αργά γίνουν οι εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα, την κοινωνία και για τον ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσει και τις επόμενες εκλογές, υπό την εξής προϋπόθεση: Να μην «πατάμε τα κορδόνια μας» και να αντιμετωπίζουμε τον κακό μας εαυτό. Και εκεί υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να προσέξουμε και να αποφύγουμε. Ο κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ μας αντιμετωπίζει αυστηρά και περιμένει από εμάς να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο